Πρ. Ακούστε τα όσα παθαίνω προς χάριν θνητών,
που ενώ αρχικά ήταν νήπιοι,
λογική τους προσέδωσα
και τον νου τους κυρίαρχο έκανα.
Αυτοί πρώτα κοιτώντας δεν έβλεπαν,
και γροικώντας δεν άκουγαν,
μα σα να ‘ταν ονείρων σκιές,
τον μακρό τους τον βίο
περνούσαν με σύγχυση.
Ούτε σπίτια πληνθόκτιστα είχαν προσήλια
ούτε βεβαίως το ξύλο δουλεύανε,
κι ως αθώα μυρμήγκια
ζούσαν μέσα σε τρύπες της γης.
Τους χάρισα γνώση αριθμών,
και επί πλέον σοφία εξέχουσα
βρήκα προς χάριν τους,
συνθέσεις γραμμάτων,
μνήμη των πάντων,
εργάτρια μητέρα Μουσών!
Χο. Μήπως εκτός απ’ αυτά,
να τους έδωσες τίποτε άλλο;
Πρ. Τους λύτρωσα εγώ απ’ τον φόβο θανάτου.
Χο. Και τί φάρμακο βρήκες για τούτη τη νόσο;
Πρ. Ελπίδες τυφλές εγκατέστησα μέσα τους.
Χο. Μεγάλη ωφέλεια τούτο το δώρημα.
Πρ. Αν κανείς τους αρρώσταινε γιατρικό δεν υπήρχε
να πάρει, να πιεί, να αλειφθεί
και ξεραίνονταν δίχως τα φάρμακα.
Εγώ τους υπέδειξα μίξεις βοτάνων παυσίπονων,
και μ’ αυτά στις αρρώστιες να αμύνονται.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------