Στό πλαίσιο τῆς νεανικῆς συντροφιᾶς τοῦ ναοῦ μας ἀποφασίσαμε νά ἀκολουθήσουμε τά χνάρια τῆς λογοτεχνίας στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, διότι ἀποτελεῖ ἕνα σύμπαν κατάστικτο ἀπό τίς ἀνταύγειες Του.
Γιατί ὁ,τιδήποτε συνιστᾶ κάλλος, ποιότητα καί εὐαισθησία δέν μπορεῖ παρά νά ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Θεοῦ, ἀπείκασμα τῆς παρουσίας Του.
Στόν χῶρο τῆς λογοτεχνίας συναντιόμαστε μέ τά σημεῖα τοῦ Θεοῦ. Συναντιόμαστε μέ ἐκεῖνο πού λάμπει μέσα στίς γραφές τοῦ συγγραφέα, γεννώντας μέσα μας μιά ἀνταύγεια κατανόησης βαθιᾶς, μιά ἔκπληξη, μιά παρηγοριά καί μιά ἐλπίδα παγκόσμιας μέν ἐμβέλειας, ἀλλά τελείως προσωπικῆς ἀποδοχῆς.
Ἴσως καί ὁ Θεός ὅμως νά αἰσθάνεται πιό ἄνετα παραμένοντας στόν χῶρο καί τίς γραφές ἑνός ἀνένταχτου θρησκευτικά ἀνθρώπου, ἑνός λογοτέχνη, γιά νά περνᾶ ἀπαρατήρητος, βαδίζοντας ἡσύχως καί ἀφανῶς στίς μύτες τῶν λέξεων καί τῶν νοημάτων, παρά στίς βαρύγδουπες συγγραφές καί τόν τρόπο τῶν θρησκευτικῶν ἀνθρώπων, πού βεβαιώνουν πώς ξέρουν, ἐπιμένοντας νά στριμώχνουν τόν Θεό στις δικές τους ἀντιλήψεις.
Ὅσοι λευκοφόροι, ἐννοήτωσαν.